Γεια σας φίλοι και φίλες! Μαζί σας θα μοιράζομαι τις αγαπημένες μου συνταγές και αναμνήσεις! Συνταγές γραμμένες σε παλιά τετράδια, που ίσως ξεχάστηκαν στο ξέφρενο τρεχαλητό του χρόνου και που αναδίδουν το άρωμα μιας άλλης εποχής, συνταγές πλημμυρισμένες από τις μνήμες των παιδικών μας χρόνων, συνταγές απλές, καθημερινές, δοκιμασμένες από εμένα και από φίλους. Γεμάτες αγάπη, θαυμασμό και νοσταλγία για αυτές τις "μάγισσες" της κουζίνας, τις παλιές νοικοκυρές, που με φτηνά υλικά, κέφι και μεράκι έκαναν την μαγειρική τέχνη και τη φτώχεια ευρηματικότητα και έμπνευση!
Ας ξεφυλλίσουμε λοιπόν το τετράδιό μας, τις αναμνήσεις... τις στιγμές μας! Και... "ΚΑΛΗΝ ΕΠΙΤΥΧΙΑΝ"...

6 Οκτωβρίου 2012

Καληνύχτα φίλοι, καληνύχτα Γκιώνη...

Λησμόνησα τα καλοκαιρινά βράδια που παρέα με τα αδέρφια μου, καθόμασταν στην αυλή του σπιτιού μας και προσπαθούσαμε να ακούσουμε το παράπονο του Γκιώνη... 
Η γιαγιά μου, μου έλεγε ότι είναι ένα παιδάκι που ψάχνει τον αδερφό του τον Γιάννη... 
Κρατούσαμε την ανάσα μας μέσα στην απόλυτη ησυχία της νυχτας, 
για να ακούσουμε καλύτερα το μελαγχολικό Γκιών, γκιών, 
που ακουγόταν από μακριά, μακριά...
κι εγώ... δεν το κρύβω, βαθιά μέσα μου, στενοχωριόμουν... Πίστευα σ΄αυτή την ιστορία κι έλεγα...  μακάρι να τον βρει Παναγίτσα μου, να μη στενοχωριέται άλλο!....
Τι ωραία χρόνια!
Ας θυμηθούμε το κλάμα του...
- Γκιών, γκιών!
φωνάζει ο γκιώνης.
Ο γκιώνης είναι πουλί.
Είναι νυκτοπούλι.
Πετά στα δένδρα.
Βλέπει το φεγγάρι και φωνάζει:
- Γκιών, γκιών!

(Αναγνωστικό Α΄ Δημοτικού 1971)

Υπάρχει μια πολύ γνωστή λαϊκή παράδοση που προσπαθεί να εξηγήσει το λάλημα του Γκιώνη. Ήταν, κατά την παράδοση, δύο αδερφοί ο Γκιώνης (ή Αντώνης) και ο Δήμος. Ο Δήμος λοιπόν σκότωσε τον Γκιώνη και όταν το μετάνιωσε μεταμορφώθηκε από τη λύπη του (ή τον μεταμόρφωσε μετά από δική του παράκληση ο Θεός) σε πουλί, που κλαίει τον αδικοχαμένο αδερφό του: "Γκιων! Γκιων!".
Ήταν 2 αδέρφια
πάντα αγαπημένα,
πρόβατα βοσκούσαν
σ’ άρχοντα μεγάλο,
Γκιώνη λεν τον ένα
Δήμο λεν τον αλλο.
Κάποια μέρα ο Γκιώνης,
δυο αρνάδες χάνει,
ψάχνει δεν τις βρίσκει
τριγυρνά και κλαίει,
έρχεται στη στάνη
τ’ αδερφού του λέει.
Βρέθηκε και εκείνος
στην κακιά του ώρα,
άδικα χολιάζει,
σα θεριό θυμώνει,
το μαχαίρι φόρα
και τον εσκοτώνει.
Οι αρνάδες ήρθαν
στο κοπάδι πάλι
και ο φονιάς τις βλέπει.
στέκεται κλαμένος,
γέρνει το κεφάλι μετανοημένος.
Και ο θεός τον είδε
που χτυπά τα στήθη,
κλαίει νύχτα μέρα,
θέλει να πεθάνει,
και τον ελυπήθει
και πουλί τον κάνει.
Και γι’ αυτό το βράδυ,
άμα σκοτεινιάζει
το πουλί θλιμμένο,
στο δενδρί κλαρώνει
κι’ όλη νύχτα κράζει
Γκιώνη! Γκιώνη! Γκιώνη!
Ξέρω ότι είναι μύθος... 
αλλά τελικά μ΄αρέσει να ελπίζω πως κάποτε 
θα τον βρει τον αδερφούλη του...

Καληνύχτα και όνειρα γλυκά!

Δεν υπάρχουν σχόλια: