Γεια σας φίλοι και φίλες! Μαζί σας θα μοιράζομαι τις αγαπημένες μου συνταγές και αναμνήσεις! Συνταγές γραμμένες σε παλιά τετράδια, που ίσως ξεχάστηκαν στο ξέφρενο τρεχαλητό του χρόνου και που αναδίδουν το άρωμα μιας άλλης εποχής, συνταγές πλημμυρισμένες από τις μνήμες των παιδικών μας χρόνων, συνταγές απλές, καθημερινές, δοκιμασμένες από εμένα και από φίλους. Γεμάτες αγάπη, θαυμασμό και νοσταλγία για αυτές τις "μάγισσες" της κουζίνας, τις παλιές νοικοκυρές, που με φτηνά υλικά, κέφι και μεράκι έκαναν την μαγειρική τέχνη και τη φτώχεια ευρηματικότητα και έμπνευση! Ας ξεφυλλίσουμε λοιπόν το τετράδιό μας, τις αναμνήσεις... τις στιγμές μας! Και... "ΚΑΛΗΝ ΕΠΙΤΥΧΙΑΝ"...

15 Δεκεμβρίου 2012

Κρυώνεις γιαγιά;...


Αναγνωστικό Β΄Δημοτικού - ΑΘΗΝΑΙ 1974


- Κρυώνεις, γιαγιά;
- Ναι, παιδάκι μου, ανατριχιάζω. Είναι σα να μου χύνουν στο κορμί παγωμένο νερό. Πάμε να ζεσταθούμε στο τζάκι.
Εκεί ήταν αναμμένη φωτιά από ξύλα βελανιδιάς και η Ελενίτσα με τη γιαγιά κάθισαν να ζεσταθούν. Έξω φυσούσε δυνατό ξεροβόρι.
Snowing animation at Christmas with little girl beside Christmas Tree
 Της Ελενίτσας της άρεσε που έβλεπε τα ξύλα να καίνε και τις φλόγες να χορεύουν τρελά. Και καθώς κοίταζε, ρώτησε τη γιαγιά:
- Αλήθεια, γιαγιά. Πες μου κανένα παραμύθι για τη φωτιά. Ποιος μας την έστειλε στη γη;
Η γιαγιά σκέφτηκε λίγη ώρα κι έπειτα άρχισε να διηγείται:
- Τα πολύ παλιά χρόνια, παιδί μου, οι άνθρωποι δεν είχαν φωτιά και υπόφεραν πολύ. Μια μέρα, την ώρα που ένας μαρμαράς πελεκούσε μια πέτρα μ΄ένα τσεκούρι πέτρινο, είδε να ξεπετιέται μια σπίθα. Την είχε στείλει ο καλός Θεός. Μ΄ αυτήν άναψε ο μαρμαράς φωτιά. Μη ρωτάτε τι χαρά δοκίμασε το βράδυ η φτωχή του η γυναίκα και τα μικρούλικα παιδάκια του, σαν πήγε ο πατέρας στο σπίτι και άναψε κι εκεί φωτιά. Από τότε άρχισαν να ζεσταίνονται, να ψήνουν το κρέας, να βράζουν το γάλα, να φωτίζουν την καλύβα τους.
Στην αρχή άναβαν τη φωτιά στη μέση της καλύβας και τους έπνιγε ο καπνός. Σιγά - σιγά όμως άνοιξαν μια τρύπα στη σκεπή και σταμάτησε το κακό.
- Και πως τη διατηρούσαν τη φωτιά άσβηστη, γιαγιά; ρώτησε η Ελενίτσα.
- Φρόντιζαν, παιδί μου, πριν κοιμηθούν, να σκεπάζουν την ανθρακιά, που μένει απ΄τα καμένα ξύλα, με τη στάχτη, και έτσι η φωτιά βαστούσε ως το άλλο το πρωί.
- Δεν είχαν τότε σπίρτα, γιαγιά, για ν΄ ανάβουν τη φωτιά;
- Τα σπίρτα, παιδί μου, βρέθηκαν, όταν ο άνθρωπος άρχισε να προοδεύει, να γίνεται πολιτισμένος.
Η φωτιά βοήθησε τον άνθρωπο να δουλεύει τα σίδερα και να φτιάνει δικέλια, σκεπάρνια, τσαπιά και άπειρα άλλα εργαλεία. Ο σιδηρόδρομος και τα βαπόρια, δίχως αυτά, θα ήταν αδύνατο να ταξιδέψουν. Τα τόσα εργοστάσια που εργάζονται σήμερα, εργάζονται όλα με τη φωτιά.
Δίχως τη φωτιά, Ελενίτσα μου, θα ήμασταν ακόμη άγριοι και θα ζούσαμε όπως τα θηρία, χωμένοι στα δάση και στις σπηλιές.
(απόσπασμα από το βιβλίο των Σ. Σπεράντσα και Α. Μεταλλινού) Αναγνωστικό Β΄Δημοτικού - ΑΘΗΝΑΙ 1974
Καληνύχτα! ♥*¨*•.¸¸



1 σχόλιο:

Selcouth είπε...

Τέλειο το βιντεάκι, πολύ όμορφη και η ιστορία από το αναγνωστικό.
Καλές γιορτές να έχεις!