Γεια σας φίλοι και φίλες! Μαζί σας θα μοιράζομαι τις αγαπημένες μου συνταγές και αναμνήσεις! Συνταγές γραμμένες σε παλιά τετράδια, που ίσως ξεχάστηκαν στο ξέφρενο τρεχαλητό του χρόνου και που αναδίδουν το άρωμα μιας άλλης εποχής, συνταγές πλημμυρισμένες από τις μνήμες των παιδικών μας χρόνων, συνταγές απλές, καθημερινές, δοκιμασμένες από εμένα και από φίλους. Γεμάτες αγάπη, θαυμασμό και νοσταλγία για αυτές τις "μάγισσες" της κουζίνας, τις παλιές νοικοκυρές, που με φτηνά υλικά, κέφι και μεράκι έκαναν την μαγειρική τέχνη και τη φτώχεια ευρηματικότητα και έμπνευση!
Ας ξεφυλλίσουμε λοιπόν το τετράδιό μας, τις αναμνήσεις... τις στιγμές μας! Και... "ΚΑΛΗΝ ΕΠΙΤΥΧΙΑΝ"...

5 Απριλίου 2015

Ένα όμορφο παραμύθι...

Στα χρόνια τα πολύ παλιά, ζούσε σε μια μακρινή χώρα ένα γαϊδουράκι. Το γαϊδουράκι αυτό είχε κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένο. Είχε μια καλή μητέρα που το αγαπούσε και του΄ δινε πάντα καλές συμβουλές. Είχε ένα αφεντικό που το τάιζε καλά και δεν το έδερνε καθόλου. Όμως αυτό δεν ήταν ευχαριστημένο. Έβρισκε πως είχε πολύ αδικηθεί από τη φύση. Πως δεν έπρεπε να είναι γαϊδούρι, αλλά τουλάχιστον άλογο.
- Μητέρα, γιατί να γεννηθώ γαϊδουράκι; Γιατί να έχω τέτοια μακριά άσκημα αυτιά; έλεγε και ξανάλεγε.
(Από το βιβλίο: Η Θεία Λένα στα μικρά παιδιά, της Αντιγόνης Μεταξά)
Και κείνη του απαντούσε:
- Παιδί μου, ο Θεός τα έκανε όλα με σοφία. Πρέπει να΄σαι πολύ ευχαριστημένο, που γεννήθηκες γαϊδουράκι κι όχι τίποτα χειρότερο. Ένα πρωί, ο αφεντικός του, του φόρεσε ένα χαλινάρι, το καβαλίκεψε και ξεκίνησε για την πολιτεία. Εκεί που πήγαιναν όμως, σταμάτησαν το αφεντικό του  μερικοί άνθρωποι και κάτι του είπαν. Εκείνος ξεπέζεψε στη στιγμή και πήγε το γαϊδουράκι κοντάς του. Τότε ξεχώρισε απ΄τη συντροφιά ένας ψηλός κι αδύνατος άνθρωπος με γλυκό πρόσωπο, με ξανθά γένια και μάτια που όταν σε κοίταζαν, ένιωθες πως μπορούσαν να ιδούν ως τα τρίσβαθα της ψυχής σου. Ανέβηκε ελαφρά στο γαϊδουράκι και οι άλλοι όλοι τον ακολούθησαν, πηγαίνοντας κατά την πολιτεία. Όσο προχωρούσαν, τόσο κι ερχόταν περισσότερος κόσμος από πίσω τους. Κι όταν έφτασαν πια στην πολιτεία, ήρθαν να τους προϋπαντήσουν παιδιά, που κρατούσαν στα χέρια τους κλαδιά από φοίνικες και γυναίκες με τα μωρά τους και γέροι, που στηρίζονταν στο ραβδί τους για να περπατήσουν.
(Από το βιβλίο: Η Θεία Λένα στα μικρά παιδιά, της Αντιγόνης Μεταξά)
Κι όλοι αυτοί απλώνανε πλούσια χαλιά και χράμια φτωχικά και χίλιων ειδών στολίσματα, για να περάσει ο Κύριος. Και στο δρόμο τους σκόρπισαν λουλούδια και όλοι φώναζαν:
"Αλληλούια, Αλληλούια! Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου".
Ο Κύριος όλο και προχωρούσε, ανεβασμένος στο γαϊδουράκι. Κι αυτό αισθανόταν μια αγαλλίαση να γεμίζει την καρδιά του. Ένιωσε ότι εκείνη τη μέρα είχε δοξασθεί περισσότερο από όλα τα άλογα του κόσμου. Του φαινόταν σα να μην είχε ούτε χαλινό και σα να κρατούσε πάνω στη ράχη του, κάτι το άγιο. Ένιωσε ότι από μέσα του είχε φύγει κάθε ταπεινή και εγωϊστική σκέψη και ότι είχε δίκιο η μητέρα του, που έλεγε πως κάθε πλάσμα έχει τον προορισμό του.
Κι όταν πια η πομπή σταμάτησε και ο Κύριος κατέβηκε από το γαϊδουράκι, το χάϊδεψε απαλά, κοιτάζοντάς το με καλοσύνη κι εκείνο έσκυψε το κεφάλι, γιατί ένιωσε πως βρισκόταν μπροστά στον Δημιουργό του...
 *****************
(Από παλιά Πατριδογνωσία)
Πλησιάζει η Μεγάλη Εβδομάδα και τα σχολεία θα κλείσουν. Η δασκάλα μας ωμίλησε για την Ανάστασι του Λαζάρου.
- Ο Λάζαρος, ο αγαπητός φίλος του Χριστού, ήταν από την πόλι Βηθανία. Μια ημέρα αρρώστησε βαριά. Οι αδελφές του, η Μάρθα και η Μαρία, εκάλεσαν τον Ιησού που βρισκόταν μακριά, για να τον γιατρέψη. Ο Χριστός όμως άργησε να πάη και ο Λάζαρος απέθανε.
Επέρασαν τέσσερες ημέρες και ο Χριστός με τους μαθητάς του ήρθαν στη Βηθανία. Οι αδελφές του Λαζάρου έκλαιγαν απαρηγόρητες.
Ο Χριστός εζήτησε να τον οδηγήσουν στον τάφο. Φθάνοντας εκεί, διέταξε να τον ανοίξουν.
Ύστερα προσευχήθηκε κι εφώναξε: "Λάζαρε έβγα έξω".
Ο Λάζαρος αναστήθηκε κι εσηκώθηκε σαν από τον ύπνο.
Οι αδελφές του Λάζαρου και όλος ο κόσμος που είδαν το θαύμα, εδόξασαν το Θεό.
Στην Ιερουσαλήμ έμαθαν για την Ανάστασι του Λαζάρου.
Την άλλη ημέρα, που είχαν μεγάλη γιορτή στα Ιεροσόλυμα, ήρθε και ο Χριστός καβάλλα σ΄ένα γαϊδουράκι. Όλος ο κόσμος τον υποδέχθηκε με ύμνους, κρατώντας φοίνικες και βάγια στα χέρια. Από τότε, στη γιορτή αυτή μοιράζουν βάγια και τη λέμε εορτή των Βαϊων.

1 σχόλιο:

Ποδηλάτισσα είπε...

Πω πω... πόσα χρόνια μας γύρισες πίσω με την τρυφερή σου ανάρτηση!!!! Πολλά φιλιά!!!